Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2012

Juan Roman Riquelme. Γεννημένος σε λάθος εποχή


«Η αφοσίωση μου για τον σύλλογο, είναι τεράστια. Αλλά νιώθω άδειος. Δεν έχω τίποτα άλλο να δώσω. Δεν μπορώ να βγαίνω έξω και να αποδίδω στο 50%.»

Με αυτά τα λόγια, ο Χουάν Ρομάν Ρικέλμε, αποχαιρέτησε το περασμένο καλοκαίρι την Μπόκα Τζούνιορς, αγνοώντας τα δύο εναπομείναντα έτη, που προέβλεπε το συμβόλαιο του. Το άγαλμα του βέβαια, θα παραμείνει για πάντα στο μπομπονέρα. Όπως και ο τίτλος του κορυφαίου ποδοσφαιριστή που φόρεσε ποτέ την φανέλα της Μπόκα (όπως ψηφίστηκε από τους ίδιους τους οπαδούς της, πριν λίγα χρόνια). Γιατί ο Ρικέλμε, δεν ήταν ποτέ ένα ακόμη δεκάρι για το αργεντίνικο ποδόσφαιρο. Είναι ένας αρτίστας της μπάλας, γεννημένος όμως, σε λάθος εποχή.


Ο Ρικέλμε, μεταγράφηκε στην Μπόκα, από τους Αρχεντίνος Τζούνιορς, το 1995 σε ηλικία μόλις 17 χρονών. Το ταλέντο του, είχε προκαλέσει το ενδιαφέρον και της Ρίβερ Πλέιτ, ωστόσο ο πατέρας του, φανατικός υποστηρικτής της Μπόκα, ούτε που το σκέφτηκε. Το 1997 ο Ρικέλμε πέρασε ως αλλαγή στη θέση του Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα, στο τελευταίο superclasico του Ντιέγκο, αλλά και τον τελευταίο αγώνα της καριέρας του ως παίκτης της Μπόκα. Ένα αστέρι έδυε, ένα άλλο έμελλε να ανατείλει. Έπαιξε στο Μπομπονέρα μέχρι το 2002, κερδίζοντας πολλούς τίτλους και στα τέλη εκείνης της χρονιάς, έκανε το άλμα στην Ευρώπη για λογαριασμό της Μπάρσα, που τον είχε στο μεταξύ παρακολουθήσει, να πραγματοποιεί μια εκπληκτική εμφάνιση απέναντι στην Ρεάλ Μαδρίτης, στο διηπειρωτικό κύπελλο, δυο χρόνια νωρίτερα. 

Η μετακίνηση στην Ευρώπη όμως, σε αντίθεση με τους περισσότερους λατινοαμερικάνους συναδέλφους του, δεν ήταν ποτέ όνειρο για τον Ρικέλμε. Τα οικονομικά προβλήματα της Μπόκα (από την διοίκηση, του τόνιζαν ότι αν δεν έπαιρνε μεταγραφή, ο σύλλογος κινδύνευε με χρεοκοπία) και η απαγωγή του αδερφού του, λίγους μήνες πριν μετακομίσει στην Βαρκελώνη, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην απόφαση του.

Τα χειρότερα όμως για τον Ρικέλμε, δεν είχαν ακόμη ξεκινήσει. Προπονητής στην Μπάρσα, ήταν εκείνη την εποχή, ο Λουίς Φαν Γκάαλ. Όταν ο ήρωας μας έφτασε στην Βαρκελώνη, ο Ολλανδός του έκανε ένα συμβολικό δώρο, με αφορμή την γέννηση, του παιδιού του Αργεντινού. Ήταν μια βρεφική φανέλα ρέπλικα, με το όνομα του στην πλάτη. «Ο μικρός θα την φορέσει μάλλον περισσότερες φορές από ότι εσύ!» του αποκρίθηκε ο Φαν Γκάαλ, σε μια φράση που πολλοί τότε, θεώρησαν ως ένα κρύο αστείο, αποδείχθηκε όμως δυστυχώς, μια πικρή αλήθεια. 



Ο Ρικέλμε δεν ήταν στα πλάνα του προπονητή της Μπάρσα, ο οποίος άλλωστε αργότερα, είχε δηλώσει πως η μεταγραφή του, ήταν μια κίνηση εντυπωσιασμού και όχι ουσίας. Οι φίλοι της Μπάρσα (του εαυτού μου συμπεριλαμβανομένου) ονειρευόταν μια ιδεατή συνύπαρξη, στην μπλαουγκράνα επίθεση, με τον Ρικέλμε να μοιράζει γκολ στον Σαβιόλα, αλλά αυτό αποδείχτηκε τελικά, μια ουτοπία. Ο χρόνος συμμετοχής του ήταν ανεπαίσθητος, όταν δε αγωνιζόταν, έπαιζε πολλές φορές και στις πτέρυγες!! Ο κόσμος άρχισε να απογοητεύεται, έχοντας νωρίτερα ξεσηκωθεί και από τους διθυράμβους του Τύπου, ωστόσο η ευθύνη δεν ανήκε ατόφια στον Αργεντινό, ο οποίος έπρεπε να αποδεχτεί όχι απλά, ότι άφησε την Αργεντινή, αλλά και ότι είχε να αντιμετωπίσει μια τεχνική ηγεσία, που δεν πίστεψε ποτέ στις ικανότητες του.

Η σεζόν 2002-03 τελείωσε απογοητευτικά για την Μπάρσα, η αλλαγή διοίκησης όμως, έφερνε αέρα αισιοδοξίας και ελπίδα, σε όσους πίστευαν ακόμη στον Ρικέλμε, ότι θα μπορούσε τελικά, να αποδείξει τις δυνατότητες του. Καλοκαίρι 2003, βρίσκομαι στην δουλειά μου και χτυπάει το τηλέφωνο: «Έλα Νίκο, τον πήραμε..» Στην άλλη άκρη της γραμμής, είναι ο Γιώργος, παιδικός μου φίλος και συνοδοιπόρος στην αγάπη για την Μπάρσα. «-Τι εννοείς?» του απαντώ, «ποιόν πήραμε?». Ο Γιώργος με εμφανή ικανοποίηση μου λέει: «τι ποιόν πήραμε ρε, τον Ροναλντίνιο!» Αυτομάτως το μυαλό μου παγώνει. Δεν με ενθουσίαζε η προοπτική της απόκτησης του Ροναλντίνιο, περισσότερο γιατί πίστευα, ότι ο ερχομός του, θα σήμαινε το τέλος του Ρικέλμε. «Με τον Ρικέλμε τι γίνεται? Τον δώσαμε?» ρωτάω τον Γιώργο, που γνωρίζοντας την αδυναμία μου, στον Αργεντινό, μου απαντάει αρνητικά.

Χρόνια μετά και γνωρίζοντας πλέον την συνεισφορά του Ρόνι στην αγωνιστική αναγέννηση της Μπάρσα, οποιοσδήποτε μπορεί να με χαρακτηρίσει ως γραφικό. Τότε όμως, κανείς δεν γνώριζε τι θα επακολουθούσε. Η βραδιά της παρουσίασης του Βραζιλιάνου, στο κοινό του Κάμπ Νόου, για εμένα ήταν βραδιά θλίψης, καθώς έβλεπα τον (αγαπημένο πια) Ρόνι, να ποζάρει με την φανέλα με το νούμερο 10. Το θεώρησα μεγάλη ασέβεια προς τον Ρικέλμε, που ήταν ακόμη παίκτης της Μπάρσα, να παραχωρούν αβασάνιστα τον αριθμό του, σε άλλο ποδοσφαιριστή. 

Τελικά ο Ρικέλμε, που είχε ένα πανάκριβο συμβόλαιο, παραχωρήθηκε στην Βιγιαρεάλ, με την μορφή δανεισμού για τα επόμενα δύο χρόνια. Εκεί όμως, έμελλε να δείξει την τεράστια αξία του. Αγωνίστηκε συνολικά για 5 χρόνια στο κίτρινο υποβρύχιο, οδηγώντας την ταπεινή ομάδα, από την επαρχία της Βαλένθια, μέχρι και τα ημιτελικά του Champions League! Το δικό του χαμένο πέναλτι, στον ημιτελικό εκείνης της σεζόν (2005-06), έμελλε να στερήσει και από τον ίδιο, την ευκαιρία να αντιμετωπίσει την ομάδα που τον έφερε στην Ευρώπη, στον τελικό της διοργάνωσης!



Η μοίρα, συνέχισε να συμπεριφέρεται σκληρά στον ήρωα μας, καθώς την επόμενη χρονιά(2007-08) οι κακές του σχέσεις, με τον προπονητή της Βιγιαρεάλ, Μανουέλ Πελεγρίνι, οδήγησαν στον παραγκωνισμό του. Επεδίωξε με μανία να επιστρέψει στην Μπόκα και το κατάφερε αρχικά για λίγους μήνες, τον Φεβρουάριο του 2007, ως δανεικός, με την ελπίδα, το ίδιο καλοκαίρι, να επιστρέψει οριστικά στην αγαπημένη του Μπόκα. Όμως οι διαπραγματεύσεις ναυάγησαν, ο Ρικέλμε έμεινε στην Ισπανία και έτσι για ακόμη μια φορά έβλεπε να παραχωρείται η φανέλα με τον αριθμό του (το 8 αυτή την φορά) σε άλλον ποδοσφαιριστή και ο ίδιος να παραλαμβάνει το νούμερο 16 και να χάνεται στα βάθη του πάγκου. 

Η επιμονή του όμως για επιστροφή στα πάτρια εδάφη, επιβραβεύτηκε εντέλει τον Γενάρη του 2008, όταν και πλήρωσε από την τσέπη του χρήματα, για να φορέσει και πάλι την φανέλα της Μπόκα, όπου έτυχε αποθεωτικής υποδοχής, με κορυφαία στιγμή, την ανέγερση αγάλματος, προς τιμήν του. Η οριστική του απόφαση να αποχωρήσει από την Μπόκα, τον Ιούλιο του 2012, συνοδεύτηκε από υστερικές αντιδράσεις λατρείας, από τους φίλους της ομάδας, με αποκορύφωμα ένα γράμμα-ωδή στον Ρικέλμε, που δημοσιεύτηκε στον αργεντίνικο Τύπο και το οποίο υπέγραφε, ένας δημοσιογράφος, ορκισμένος εχθρός της Μπόκα (καθότι οπαδός της Ρίβερ Πλέιτ)!


Ωστόσο η απόφαση του ήταν οριστική. Άλλωστε ο ίδιος, έμαθε από μικρός και με σκληρό τρόπο, αυτό που ήδη είχαν γνωρίσει και άλλοι ταλαντούχοι επιτελικοί μέσοι από την χώρα του τανγκό: ότι δηλαδή, η ταμπέλα του διαδόχου του Μαραντόνα (τότε το άστρο του Μέσι, δεν είχε αρχίσει ακόμη, να λάμπει) υπήρξε πάντα, ευχή και κατάρα μαζί. Οι προσδοκίες των συμπατριωτών του, όταν φορούσε την φανέλα με το εθνόσημο, ήταν πάντα υψηλές. Όταν το καλοκαίρι του 2006, μετά το παγκόσμιο κύπελλο στην Γερμανία, έλαβε το χρίσμα του αρχηγού, κανένας δεν μπορούσε να φανταστεί, ότι τον Σεπτέμβρη της ίδιας χρονιάς, θα ανακοίνωνε την απόφαση του, να αποσυρθεί από την εθνική ομάδα, για χάρη της μητέρας του, που αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα υγείας, μην αντέχοντας τις κριτικές που αντιμετώπιζε ο γιός της! 

Εντέλει, ξαναφόρεσε το εθνόσημο, για να αποσυρθεί οριστικά τον Μάρτιο του 2009, μετά από διαφωνία του, με τον Ντιέγκο Μαραντόνα, που τότε ήταν ομοσπονδιακός τεχνικός. Οι σχέσεις των δύο ανδρών, παραμένουν ακόμη και σήμερα προβληματικές, με τον Ρικέλμε, να μην διστάζει να τα βάζει με τον «Θεό της Αργεντινής», σε πολλές περιπτώσεις, κάτι που ελάχιστοι συμπατριώτες του, είχαν τολμήσει στο παρελθόν.

Μπορεί να μην έγινε ποτέ του, ο «νέος Μαραντόνα», πέτυχε όμως κάτι ίσως σημαντικότερο: να κερδίσει, την υψηλότερη θέση, στο πάνθεον των, τόσο σπουδαίων ποδοσφαιριστών, που έχουν φορέσει διαχρονικά, την φανέλα της Μπόκα Τζούνιορς. Ακριβώς αυτό, το γεγονός δηλαδή, ότι θα μνημονεύεται για πάντα το όνομα του, χωρίς να έχει οδηγήσει την Αργεντινή στην κατάκτηση κάποιου μεγάλου τίτλου, αλλά και οι πολλές μεγάλες, αλλά και μοιραίες στιγμές, που έζησε με τις ομάδες στις οποίες αγωνίστηκε, ρίχνουν ένα πέπλο γοητευτικού μυστηρίου, γύρω από το όνομα του και τον κατατάσσουν, ως ένα από τα μεγαλύτερα δεκάρια, που ανέδειξε ποτέ η Αργεντινή.

7 σχόλια:

  1. Οι φίλοι της Μπάρσα (του εαυτού μου συμπεριλαμβανομένου) ονειρευόταν μια ιδεατή συνύπαρξη, στην μπλαουγκράνα επίθεση, με τον Ρικέλμε να μοιράζει γκολ στον Σαβιόλα...Δεν σχολιάζω τίποτα άλλο.Ακριβώς το ίδιο πίστευα και εγώ
    «Ο μικρός θα την φορέσει μάλλον περισσότερες φορές από ότι εσύ!» Αν ο φαν Γκάαλ διακρίνοταν για κάτι,αυτό σίγουρα ΔΕΝ ήταν το χιούμορ του.Ότι έλεγε το εννοούσε,ειδικά για αγωνιστικά θέματα.
    Απο εκεί και πέρα δεν σχολιάζω τίποτα άλλο.Και μόνο οτι είναι άγαλμα στο Μπομπονέρα τα λέει όλα.Σκεφτείτε μόνο ποιος φορούσε το 10 κάποτε στην Μπόκα και δεν του έστησαν άγαλμα...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. απλά πολύ μεγάλος...κι ο Ρικέλμε κι ο Πέρπε που το γραψε...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. χαρά μου, που σας άρεσε! Αφού μου κάνατε την τιμή και το διαβάσατε, γράψτε και ένα όνομα (ή έστω ψευδώνυμο) βρε παιδιά, να ξέρω ποιούς ευχαριστώ :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Α!! Μαζί το σκεφτήκαμε greektotti! χα χα, δεν έχω ξεχάσει και την Ρίβερ, να το ξέρεις..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. gia mena auti i omada einai poli simpa8itiki gt mikros parakolou8ousa tous atromitous me ton kurio loutsero ton tarousa ton mpoka kai tous allous fantastiko ar8ro opos panta

    ΑπάντησηΔιαγραφή