Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2009

Frank Rijkaard Ένας Αδικημένος Κύριος


Υπάρχει ένας κύριος που οδήγησε την Barça στην κορυφή της Ευρώπης μετά από 14 ολόκληρα χρόνια. Που προώθησε στην πρώτη ομάδα παίκτες όπως o Leo Messi. Που στερέωσε τις βάσεις για την δημιουργία της υπερομάδας του Pep Guardiola. Ανακηρύχθηκε από την IFFHS κορυφαίος προπονητής στον κόσμο το 2006 κι’ όμως ελάχιστα κείμενα έχουν γραφεί γι’ αυτόν και ακόμη λιγότερο μνημονεύεται. Σαν να μην πέρασε για 5 ολόκληρα χρόνια από τον blaugrana πάγκο. Είναι η ώρα λοιπόν να αποδώσουμε τον δικό μας φόρο τιμής στον κύριο Frank Rijkaard.  

Το καλοκαίρι του 2003 με την ανάληψη της προεδρίας από τον Joan Laporta, ο σύλλογος έκρινε ότι ο Radomir Adic που έκανε ομολογουμένως καλή δουλειά ως υπηρεσιακός τεχνικός την προηγούμενη χρονιά, δεν ήταν ο κατάλληλος για να οδηγήσει την ομάδα στην αγωνιστική αναμόρφωση που οραματίζονταν η νέα διοίκηση. Η ολλανδική σχολή ποδοσφαίρου ήταν πάντα μια ιερή έννοια στην Βαρκελώνη και έτσι ξεκίνησε μια προσπάθεια που απέβλεπε στην πρόσληψη ενός Ολλανδού τεχνικού. Πρώτος στόχος ήταν ο Guus Hiiding ο οποίος αρνήθηκε για οικονομικούς λόγους, ακολούθησε η ανεπιτυχής κρούση στον Ronald Koeman για να καταλήξει τελικά στην Βαρκελώνη ο Rijkaard, ως εναλλακτική λύση του αρχικού πλάνου.

Η προπονητική εμπειρία του, θύμιζε ταινία τρόμου. Σαν εκλέκτορας της εθνικής του ομάδας αποκλείστηκε στον ημιτελικό του euro 2000 από την Ιταλία μέσα στην Ολλανδία, ενώ μετέπειτα ανέλαβε την Sparta Roterdam η οποία υποβιβάστηκε υπό τις οδηγίες του στην 2η κατηγορία του ολλανδικού πρωταθλήματος, για πρώτη φορά μάλιστα στην ιστορία της. Μπορεί λοιπόν να είχε φτωχό βιογραφικό ως προπονητής, παρέμενε όμως ένας από τους εμβληματικότερους μέσους που ανέδειξε ποτέ το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο, ενώ είχε και ένα στοιχείο που στη Barça μετράει πάντα ενισχυτικά: ήταν Ολλανδός και είχε την στήριξη του Johan Cruyff. Εχέγγυα επαρκή, για να έχει την δική του ευκαιρία σε έναν από τους απαιτητικότερους πάγκους της Ευρώπης.

Στα μέσα της πρώτης του κιόλας χρονιάς στην Βαρκελώνη, έζησε την πρώτη έντονη αμφισβήτηση από τον κόσμο της ομάδας, η οποία βρέθηκε με την λήξη του πρώτου γύρου του πρωταθλήματος, λίγο πάνω από την ζώνη του υποβιβασμού. Οι φωνές που ζητούσαν την αποπομπή του γινόταν όλο και πιο δυνατές, ωστόσο ο Laporta δεν ενέδωσε. Η απόκτηση (με  την μορφή δανεισμού) του Edgar Davids την μεταγραφική περίοδο του Γενάρη του 2004, σήμανε μια επική αντεπίθεση που βρήκε τελικά την Barca να τελειώνει την σεζόν με ένα αήττητο σερί 17 αγώνων και ένα σπουδαίο διπλό στο Bernabeu.

Η αμφισβήτηση (τουλάχιστον από τον κόσμο) κόπασε και το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς αποκτήθηκαν οι Eto'o, Deco, Giuly, Larson, Edmilshon και Silvinho. Η ενισχυμένη Barça κατέκτησε το πρωτάθλημα παίζοντας πολύ όμορφο ποδόσφαιρο, ενώ υπό της οδηγίες του Rijkaard, έκανε το ντεμπούτο του και ένας πιτσιρικάς ονόματι Messi. Δεν θα ήταν ο μόνος.

Ο Rijkaard είναι ο άνθρωπος που συνέβαλε καθοριστικά στην ομαλή προσαρμογή και μετάβαση του καλύτερου σήμερα ποδοσφαιριστή στον κόσμο, από την δεύτερη ομάδα της Barça στην πρώτη, κάτι που ομολόγησε και ο ίδιος ο Messi, όταν τον Μάιο του 2008 δήλωνε: «Ο Frank έχει κάνει σπουδαία πράγματα για τον σύλλογο. Ο κόσμος το ξέρει καλά αυτό. Προσωπικά του είμαι ευγνώμων και θα ήθελα να τον ευχαριστήσω δημόσια.»

Το ίδιο συνέβη τόσο με τον Andres Iniesta όσο και με τον Victor Valdes, που μετρούσαν συνολικά 20 συμμετοχές πριν την άφιξη του Ολλανδού και σήμερα λογίζονται ανάμεσα στους καλύτερους ποδοσφαιριστές στην ιστορία του συλλόγου. Σημαντικοί άνθρωποι του χώρου έχουν τονίσει ότι ο τρόπος με τον οποίο καθιερώθηκε ειδικά ο Iniesta στην ενδεκάδα της Barça, ήταν σεμιναριακού επιπέδου, ακόμη και αν κάποιοι από εμάς θεωρούσαμε ότι θα μπορούσε να έρθει νωρίτερα.

Ο Carles Puyol επίσης αναγνωρίστηκε ως ένας από τους καλύτερους κεντρικούς αμυντικούς στον κόσμο, αφού νωρίτερα (και επί Van Gaal που τον ανέδειξε) αγωνιζόταν και ως δεξιός οπισθοφύλακας όχι όμως μόνο κατ’ ανάγκη, όπως συνέβαινε από την περίοδο του Rijkaard και μετά (ενδεικτική η βράβευση του ως καλύτερος δεξιός μπακ της Ευρώπης το 2002).  Ήταν και αυτός ένας βασικός λόγος τόσο της απόκτησης του Juliano Belletti το 2004, όσο και της καθιέρωσης του εργάτη Oleguer στα δεξιά, έτσι ώστε να μην «χαθεί» ο Carles από το κέντρο της άμυνας.

Όσο για τον Xavi, μπορεί ο ίδιος πρόσφατα να έχει δηλώσει πως ο Rijkaard τον θεωρούσε «καρκίνωμα» όπως και κάθε παίκτη που στερούνταν σωματικών προσόντων, όμως υπό τις οδηγίες του, ο Μαέστρος ανακηρύχθηκε καλύτερος Ισπανός ποδοσφαιριστής το 2005, ενώ ούτε οι συμμετοχές του την πενταετία 2003-2008 ήταν λίγες.

Ωστόσο ο Xavi δεν ήταν ο μόνος που δεν είχε τις καλύτερες σχέσεις με τον Ολλανδό. Ο τότε αντιπρόεδρος και νυν πρόεδρος της Barça, Sandro Rosell, είχε εισηγηθεί την αποπομπή του από τα τέλη του 2004, έχοντας στο μεταξύ έρθει σε συμφωνία με τον Luis Felipe Scolari. Η εισήγηση του δεν έγινε ποτέ αποδεκτή, ο ίδιος το καλοκαίρι του 2005 αποχώρησε από την διοίκηση εν μέσω πολλών διαφωνιών και λίγους μήνες αργότερα, τον Μάιο του 2006 η Barça έφτασε στην κορυφή της Ευρώπης κατακτώντας το Champions League στο Παρίσι, απέναντι στην Arsenal. Ήταν η κορυφαία στιγμή εκείνης της ομάδας, που όμως από το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς άρχισε να χάνει σταθερά την δυναμική της.

Εμφανίστηκε ένας πρόωρος κορεσμός, αδικαιολόγητος όμως καθώς επρόκειτο για ένα σύνολο παικτών που και ηλικιακά, είχε πολλά ακόμη να δώσει, τουλάχιστον φαινομενικά. Ο Rijkaard όμως δεν ήταν ποτέ του ο προπονητής-στρατηγός που θα επέβαλε σιδηρά πειθαρχία στα αποδυτήρια. Βασιζόταν υπερβολικά στο δόγμα των προσωπικών σχέσεων και πίστευε ότι ο σεβασμός και η υπακοή ήταν αυτονόητη υποχρέωση των ποδοσφαιριστών, κάτι που στη Barça πήγε περίπατο μετά τον τελικό του Παρισιού. Ronaldinho, Deco και Eto'o, βασικοί πυλώνες εκείνης της ομάδας, έγιναν μόνιμοι θαμώνες των νυχτερινών κέντρων στην Βαρκελώνη και η κατάσταση είχε ξεφύγει από κάθε έλεγχο, όπως μαρτύρησαν χρόνια μετά, πολλοί πρωταγωνιστές εκείνης της περιόδου.

Ακόμη και ο ίδιος ο Rijkaard που υπήρξε κύριος καθ’ όλο το διάστημα που εργάστηκε στην Βαρκελώνη, άρχισε να χάνει τον αυτοέλεγχο του με αποκορύφωμα τον αγώνα εναντίον της Espanyol στο  Monjuic τον Γενάρη του 2007,  όταν απογοητευμένος από τον φτηνό τρόπο που δέχθηκε γκολ η ομάδα του, έσπασε με μια μπουνιά τον πάγκο. Ήταν μια από τις ελάχιστες στιγμές εκνευρισμού του ψύχραιμου Frank, κάτι που δεν είχε συμβεί ούτε απέναντι στις επεισοδιακές αναμετρήσεις της Barca με την Chelsea, τόσο το 2005 όσο και το 2006, όταν είχε σταθεί με αξιοπρέπεια απέναντι στα καμώματα των λονδρέζων, υπερασπιζόμενος τους παίκτες του. Η ομάδα που είχε ενισχυθεί το καλοκαίρι του 2007 με τους Henry, Toure, Abidal και Milito, έχασε πρωτάθλημα, κύπελλο και αποκλείστηκε στα ημιτελικά του Champions League.

Ήταν πλέον φανερό ότι απαιτούνταν ρίξεις και σκληρές αποφάσεις τις οποίες δεν μπορούσε να πάρει ο συναισθηματικός και πράος Ολλανδός. Έτσι το καλοκαίρι του 2008, έχοντας κατακτήσει μεταξύ άλλων, ένα Champions League και δύο πρωταθλήματα Ισπανίας, αποχώρησε από τον πάγκο της Barcelona, με τον Laporta να δηλώνει νωρίτερα ότι εξήγησε προσωπικά ο ίδιος στον Rijkaard τους λόγους της αποπομπής του, συμπληρώνοντας ότι «ο Frank έγραψε ιστορία, έκανε εξαιρετική δουλειά, αλλά τα συνεχόμενα άσκημα αποτελέσματα δεν μας άφησαν πολλά περιθώρια. Πρόκειται για έναν εξαιρετικό άνθρωπο, που σεβάστηκε τους πάντες στον σύλλογο.»

Στην τελευταία του συνέντευξη Τύπου ως προπονητής της Barça, οι εκπρόσωποι των ΜΜΕ με τους οποίους υπήρξε πάντα ευγενικός, εμφανίστηκαν με ένα μπλουζάκι που έγραφε “Υου’ll never smoke alone (δεν θα καπνίζεις ποτέ μόνος σου), εμπνευσμένο από ένα πανό που εμφανίστηκε στο Camp Nou στην διάρκεια εκείνης της χρονιάς, χαρίζοντας μάλιστα και στον Frank ένα. Ο Rijkaard (μανιακός καπνιστής) δεν δίστασε να φωτογραφηθεί κρατώντας το και λέγοντας : «Κρίμα όμως, γιατί εδώ και λίγες ημέρες προσπαθώ να κόψω το κάπνισμα».   

Εκτός από εξαιρετικός άνθρωπος όμως, ήταν και ένας προπονητής που συνεισέφερε πολλά και σε επίπεδο τακτικής. Ο Sandro Monteo στο βιβλίο του «Τα μυστικά της ισχυρότερης ομάδας του πλανήτη» υπερθεματίζει για την αλλαγή νοοτροπίας και το τέλος μιας περιόδου ηττοπάθειας που επέφερε η παρουσία του στα αποδυτήρια του Camp Nou και γράφει για την προσφορά του Rijkaard σε επίπεδο τακτικής:

«Εισάγει ένα καθαρό 4-3-3 με την ομάδα όταν αμύνεται να παίζει πιο συγκεντρωμένα και από την dream team του ’92. Πιο κοντά στον Cruyff παρά στον Van Gaal, μεταφέρει μεγαλύτερη πίεση στο μισό γήπεδο, ενώ όσον αφορά την επίθεση, επιδίωξη του είναι να διατηρήσει την αποτελεσματικότητα των προκατόχων του, εξαρτώμενος μοιραία από έναν παίκτη (Ronaldinho) που δεν τον ενθουσίαζε, εξαιτίας της ασυμβατότητας του στο επιλεγμένο σύστημα»

Εδώ υπάρχει μια μεγάλη αλήθεια που καταγράφεται από τον κύριο Monteo. Στον κόσμο έχει δημιουργηθεί η εντύπωση ότι εκείνη η Barça, δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια μηχανή που κινούνταν μόνο ανάλογα με τις διαθέσεις του μεγάλου βραζιλιάνου σταρ. Δεν ήταν όμως ακριβώς έτσι. Πέρα από τα απίστευτα μαγικά του Ρόνι και αρκετές (κυρίως την πρώτη διετία) σόλο παραστάσεις του, η Barça αποτελούνταν από ένα σύνολο παικτών που λειτουργούσε ομαδικά, με δεμένες γραμμές, αδιάκοπη κυκλοφορία της μπάλας και συγκεκριμένο πλάνο. Ο τελικός στο Παρίσι ήταν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, όπως εξηγεί και ο Monteo παρακάτω:

«Τον Μάιο του 2006 στο Παρίσι, ο Rijkaard κερδίζει στον τελικό την Arsenal του Wenger, μια ομάδα πολύ ισχυρή τότε σε όλες τις γραμμές. Η αναμέτρηση κύλησε κυρίως με κατοχές μπάλας, σχεδόν προκλητικές, με ένα μονάχα κόρνερ για την Barcelona μέσα σε 90 λεπτά και την αποβολή του τερματοφύλακα Lehman που άλλαξε τις ισορροπίες του αγώνα. Η αξία του προπονητή εδώ είναι διπλή: να διατηρήσει την ψυχραιμία της ομάδας που βρέθηκε πίσω στο σκορ στο ημίχρονο και να κάνει τις καίριες αλλαγές (με Iniesta, Belletti και Larson) προκειμένου να επιστρέψει στον αγώνα, χωρίς να πέσει θύμα μιας ξαφνικής αντεπίθεσης.»

Η Barca στις 17 Μαϊου 2006, αποτίναξε από πάνω της μια κατάρα 14 χρόνων, έχοντας βρεθεί πίσω στο σκορ σχεδόν για μία ώρα, με το αστέρι της (Ronaldihno) σε κακή βραδιά, ενώ κέρδισε οριστικά και έναν σπουδαίο τερματοφύλακα, τον Victor Valdes που με τις επεμβάσεις του στα τετ α τετ του Henry (μαέστρου του είδους) αποστόμωσε τους επικριτές του και χάρισε στην ομάδα ηρεμία, σε μια θέση που είχε επίσης στοιχειώσει από τη εποχή του Zubizarreta. Σε όλα τα παραπάνω, η συμβολή του Rijkaard είναι σημαντική και δεν αμφισβητείται.

Ο Johan Cruyff μετά την αποπομπή του Rijkaard έλεγε: «Ηγήθηκε της ομάδας με τον δικό του τρόπο. Για τρία χρόνια αυτός ο τρόπος ήταν αποτελεσματικός. Για άλλα δύο όχι. Τον κάνει αυτό ανίκανο? Δεν νομίζω. Τα τελευταία δύο χρόνια της θητείας του άλλαξαν πολλά στην ομάδα, όχι όμως εκείνος. Ήταν ο μόνος ίσως στα αποδυτήρια που παρέμεινε ο εαυτός του. Όλοι οι υπόλοιποι δεν μπορούν να ισχυριστούν το ίδιο. Όλοι οι προπονητές χρειάζονται μια ομάδα που θα είναι ενωμένη με κάθε τρόπο. Ο ίδιος δεν άλλαξε προς το χειρότερο, αλλά οι παίκτες δεν μπορούν να ισχυριστούν το ίδιο. Έχασαν τον σεβασμό τους και την διάθεση για δημιουργία.» 

Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω από κοντά την Barça του Rijkaard στο Camp Nou, στα τέλη Απρίλη του 2007. Μια ομάδα με Eto'o, Messi και Ronaldinho στην αρχική ενδεκάδα κι όμως, μια ομάδα που έμοιαζε άνευρη, ράθυμη, χωρίς ιδέες. Μίλησα με τον κόσμο γύρω μου. Κανείς δεν έμοιαζε να τα’ χει με τον Ολλανδό. Όλοι μιλούσαν για την αδιαφορία του Ronaldinho κυρίως και των υπολοίπων. «Παίζουν θαρρείς και έχουν κατακτήσει τα πάντα και έχουν βαρεθεί την ζωή τους» μου έλεγε με αγανάκτηση ένας μεσήλικας Καταλανός, που καθόταν λίγο πιο δίπλα μου.

Με τα θετικά και τα αρνητικά του, είναι βέβαιο ότι o Frank Rijkaard άφησε την δική του σπουδαία παρακαταθήκη στην Βαρκελώνη. Συνέβαλε και αυτός στην ψυχολογική ανάταση μιας ομάδας, που είχε συνηθίσει να αρκείται να φτάνει στην πηγή, ακόμη και αν τελικά δεν έπινε νερό, ενώ προσέθεσε σημαντικά τακτικά στοιχεία στο παιχνίδι της, πάνω στα οποία πάτησε εν συνεχεία ο Pep Guardiola για να δημιουργήσει το «θαύμα» που όλοι απολαύσαμε τα προηγούμενα χρόνια. Υπήρξε επίσης εξαιρετικός πρεσβευτής της φιλοσοφίας του συλλόγου, επιδεικνύοντας σοβαρότητα και σεβασμό στους αντιπάλους και μένοντας μακριά από ανώφελες προστριβές.

Κάποιοι θα πουν ότι οπουδήποτε αλλού εργάστηκε, απέτυχε. Ίσως και να είναι αλήθεια, αλλά αυτό το άρθρο εξετάζει την προσφορά του ως προπονητής της Barça ειδικά και όχι την συνολική του πορεία. Κάποιοι άλλοι θα συμπληρώσουν ότι εκείνη η ομάδα θα μπορούσε να πετύχει περισσότερα πράγματα και ότι ο Rijkaard σε πολλούς αγώνες έμοιαζε υπνωτισμένος στον πάγκο. Ο καθένας δικαιούται να έχει την άποψη του. Προσωπική μου εκτίμηση είναι ότι αξίζει να τον μνημονεύουμε σαν έναν αληθινό κύριο, που όχι απλά δεν έσπασε, αλλά φρόντισε να ενισχύσει τον κύκλο της συνεχούς εξέλιξης, του μεγαλύτερου συλλόγου στον κόσμο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου