Τον Οκτώβρη του 2012 ο Luis Enrique βρέθηκε
στο Mini Estadi για να δει την πρώην ομάδα του, την Barca B, που υπό τις οδηγίες του είχε ανέβει το 2011 (μετά από 11 χρόνια)
στη 2η κατηγορία του ισπανικού πρωταθλήματος, να αντιμετωπίζει την
άλλη μεγάλη του αγάπη, την Sporting Gijon. Στο περιθώριο της παρουσίας του κατέθεσε την άποψη του για την Barcelona, που μετά από μια ονειρική τετραετία με τον Pep Guardiola
είχε αλλάξει σελίδα έχοντας στην άκρη του πάγκου
τον αείμνηστο Tito Vilanova.
«Ζούμε την καλύτερη εποχή
της Barcelona και πρέπει να την απολαύσουμε. Ο Tito θα ακολουθήσει την ίδια γραμμή με τον Pep, η φιλοσοφία και η αγωνιστική ταυτότητα δεν θα αλλάξουν» δήλωνε εκείνη την ημέρα, χωρίς να γνωρίζει ότι μετά από μια
σειρά δραματικών εξελίξεων, θα καλούνταν τον Μάη του 2014 για να βγάλει την
ομάδα από μια πολύ δύσκολη περίοδο που σημαδεύτηκε (κυρίως) από τον θάνατο του Tito Vilanova.
O
Luis Enrique παρέλαβε μια λαβωμένη (ψυχικά και αγωνιστικά) ομάδα που τη σεζόν
2013-14 είχε χάσει -με τρόπο εμφατικό- όλους τους μεγάλους στόχους της: Το
πρωτάθλημα από την Atletico μέσα στο Camp Nou την τελευταία αγωνιστική, το Copa del Rey από την Ρεάλ
Μαδρίτης, ενώ στο Champions League αποκλείστηκε
στα προημιτελικά, πάλι από την Atletico. Στο
μεταξύ ο σύλλογος είχε αλλάξει διοικητική ηγεσία, καθώς ο πρόεδρος Sandro Rosell παραιτήθηκε μεσούσης της αγωνιστικής περιόδου.
Όταν ο Lucho ανέλαβε καθήκοντα, είχε ήδη προκύψει η απόφαση της FIFA για
απαγόρευση μεταγραφών, ενώ η ταυτόχρονη αποχώρηση (για διαφορετικούς λόγους)
των Carles Puyol και Victor Valdes, ενίσχυσε
στα αποδυτήρια το έλλειμμα ισχυρών προσωπικοτήτων, γαλουχημένων με το DNA της ομάδας.
Είναι αντιληπτό λοιπόν, ότι οι συνθήκες στη Βαρκελώνη τον Μάιο του 2014 μόνο
ιδεατές δεν ήταν.
Ο Luis Enrique ωστόσο
ήταν μαθημένος στα δύσκολα, από την εποχή που ήταν ακόμη παίκτης. Μεταγράφηκε
στη Barcelona το 1996
και με την οκταετή αγωνιστική του παρουσία, κατάφερε να γίνει αρχηγός και να μπει
στις καρδιές των blaugrana οπαδών, οι οποίοι σχεδόν διέγραψαν από τη μνήμη τους την πρότερη πενταετή
του θητεία με τα χρώματα της Ρεάλ Μαδρίτης.
Σαν προπονητής, παρέλαβε την Barca B από τον Pep Guardiola και
τώρα είχε έρθει η στιγμή να αναλάβει τις τύχες και της πρώτης ομάδας, με την
σκιά του αγαπημένου του φίλου και πρώην συμπαίκτη, να πλανάται βαριά πάνω από
το Camp Nou. Η πρώτη κλήση από
το τηλέφωνο του Andoni Zubizarreta (τότε τεχνικός διευθυντής) έγινε προς τη χώρα των Βάσκων, αλλά η αρνητική απάντηση του Ernesto Valverde σήμανε την έναρξη της τριετής (όπως αποδείχθηκε) θητείας του Lucho σε έναν
από τους πιο δύσκολους πάγκους της Ευρώπης.
Τρία χρόνια και οκτώ (ίσως και εννιά, καθώς εκκρεμεί ο τελικός του
Copa del Rey) τίτλους αργότερα, μεταξύ των οποίων και ένα treble, o Luis Enrique αποχωρεί,
με τις απόψεις για την παρακαταθήκη που αφήνει, να διίστανται. Ο ίδιος δηλώνει
σχεδόν αδιάφορος για την αγωνιστική «κληρονομιά» του και εστιάζει στην αγάπη
του κόσμου που, πραγματικά, τον αποθέωσε την περασμένη Κυριακή στην τελευταία
του παρουσία στο Camp Nou.
Ποια θα μπορούσε λοιπόν να είναι η αποτίμηση της θητείας του στην Barcelona;
Φεύγει και αφήνει πίσω του συντρίμμια (όπως πολλοί ισχυρίζονται) ή
μια ομάδα με προοπτικές αγωνιστικής εξέλιξης;
Εργάστηκε με αποκλειστικό γνώμονα τα άμεσα αποτελέσματα,
αποτυγχάνοντας να τα συνδυάσει με τη διατήρηση της αγωνιστικής φιλοσοφίας του
συλλόγου και την ανάδειξη παιδιών από την ακαδημία ή κατάφερε να διαχειριστεί
την μετάβαση από μια περίοδο αποχώρησης σημαντικότατων παικτών που δημιούργησαν
την περίφημη «Pep team» κάνοντας -εκ των
πραγμάτων- υπαναχωρήσεις αλλά και προσθέτοντας στοιχεία στο παιχνίδι της ομάδας;
Επαναπαύτηκε στις ικανότητες και την εξαιρετική συνεργασία μιας ονειρικής
επιθετικής τριάδας (Messi, Neymar, Suarez) ή κατάφερε να διαχειριστεί προς όφελος του συνόλου, τον
ποδοσφαιρικό εγωισμό της;
Αντιμετώπισε μια αλλοπρόσαλλη διοίκηση που έπαιρνε αποφάσεις τις
οποίες μπορεί και να μάθαινε τελευταίος ή συνηγόρησε και κάποιες φορές
προκάλεσε μεταγραφικές κινήσεις που αποδείχθηκαν εκ των υστέρων επιεικώς
άστοχες;
Στο θυμικό του κόσμου θα μείνει περισσότερο η κατάκτηση του treble το 2015
ή οι μετέπειτα διαδοχικοί αποκλεισμοί από Atletico
και Juventus στο Champions League; Τα δύο σερί
κερδισμένα πρωταθλήματα Ισπανίας ή το φετινό που χάθηκε στο νήμα;
Υπήρξε ο ίδιος τόσο εγωιστής, ώστε να αρνείται συστηματικά την
διόρθωση εξόφθαλμων λαθών και αγωνιστικών του επιλογών σε τακτικές και πρόσωπα
ή εμφύσησε μαχητικό πνεύμα και πίστη στην ομάδα, με κορυφαίο παράδειγμα το
φετινό 6-1 με την PSG στη φάση των 16 του Champions
League, έναν αγώνα που θα μνημονεύεται ως ένας από τους σημαντικότερους
στην ιστορία του συλλόγου;
Πέτυχε ή απέτυχε; Όσο εύκολη (και αβασάνιστη) θα μπορούσε να είναι
μια μονολεκτική απάντηση, άλλο τόσο δύσκολη είναι η οποιαδήποτε σχετική αιτιολόγηση,
δεδομένων των χιλιάδων παραμέτρων που επιβάλλεται να ληφθούν υπόψη. Το
ποδόσφαιρο όπως και γενικότερα η ζωή, είναι ένας καμβάς στον οποίο τα χρώματα που
χρησιμοποιούνται δεν είναι μόνο το άσπρο και το μαύρο.
Ο Luis Enrique βρέθηκε στη Βαρκελώνη όταν
πολλά σημαντικά γρανάζια της υπέροχης ομάδας του 2008, είτε είχαν αποχωρήσει,
είτε βρισκόταν στη δύση της καριέρας τους. Η στρατηγική επιλογή της διοίκησης
να αποψιλώνει συστηματικά ό,τι θύμιζε Guardiola από το
καλοκαίρι του 2011 και έπειτα, σε συνδυασμό με τον χαμό του Tito Vilanova, λειτούργησαν
ανασταλτικά στην εμφάνιση διάδοχης κατάστασης εκ των έσω.
Η πρόσληψη του Lucho (μετά την περίεργη προσωπική απόφαση του Rosell που επέλεξε αρχικά τον Tata Martino) δεν
στάθηκε ικανή να διαφοροποιήσει την υπάρχουσα κατάσταση. Η Barcelona είχε
ήδη αποφασίσει να πληρώσει τις μετρητοίς για να παραμείνει ανταγωνιστική και
γι’ αυτόν τον λόγο επένδυσε σχεδόν 200.000.000€ στην απόκτηση των Neymar (2013)
και Suarez (2014), προσβλέποντας σε μια επιθετική τριάδα (με άξονα τον Messi) η οποία θα τα έκανε όλα. Κάτι σαν τους galacticos της πρώτης θητείας του Perez στη
Μαδρίτη. Αυτά ήταν τα πρότυπα των διοικούντων των blaugrana.
O
Luis Enrique είναι αλήθεια ότι το πάλεψε πολύ, τουλάχιστον στην αρχή. Έπεισε
τον Xavi να
παραμείνει έχοντας δευτερεύοντα ρόλο, επέμεινε στην απόκτηση του Rakitic και προσπάθησε να κάνει το παιχνίδι της ομάδας πιο άμεσο, μεταφέροντας
τη μπάλα όσο το δυνατόν πιο γρήγορα στην επίθεση, εκεί δηλαδή που βρισκόταν
(και βρίσκεται) πλέον η δύναμη πυρός της Barcelona.
Δούλεψε επίσης -μαζί με τον Unzue- με επιτυχία τόσο
στο κομμάτι των αντεπιθέσεων, όσο και σε εκείνο των στημένων φάσεων. Τα
αποτελέσματα την πρώτη σεζόν (παρά το δύσκολο ξεκίνημα), ήταν εντυπωσιακά
Από τα μέσα της σεζόν 2015-16 ωστόσο, φάνηκε ότι άρχισε να στερεύει
από ιδέες, ενώ και οι μεταγραφικές επιλογές του περασμένου καλοκαιριού, στο
βαθμό τουλάχιστον που τον αφορούν, ήταν πολύ ακριβές και χωρίς σημαντική
προσφορά (με εξαίρεση τον Samuel Umtiti). Οι συνεργασίες περιορίστηκαν απελπιστικά, οι αποστάσεις μεταξύ
των παικτών στο γήπεδο μεγάλωσαν, οι τοποθετήσεις και η αλληλοκάλυψη έγιναν δυσεπίλυτα
προβλήματα.
Στο κομμάτι δε της ανάδειξης παικτών από την ακαδημία, ο Lucho δεν
αφήνει σπουδαία παρακαταθήκη. Επί δικής του θητείας πωλήθηκαν (μεταξύ άλλων) Grimaldo και Munir, ενώ παραχωρήθηκε με τη μορφή δανεισμού ο Samper που θεωρούνταν η διάδοχη κατάσταση του Busquets.
Ο Sergi Roberto (τον
οποίο είχε και στη Barca B) είναι
ένα φωτεινό αντεπιχείρημα της διαπίστωσης. Ορισμένες ευκαιρίες πήραν και οι Kaptoum, Alena και εσχάτως ο Marlon (που πάντως ανήκει στην Fluminense). Δεν
θα πρέπει φυσικά να ξεχνάμε ότι η αξιοποίηση των παιδιών από την ακαδημία δεν
είναι μόνο δουλειά του προπονητή, αλλά απαιτεί συλλογική προσπάθεια και πρέπει
να είναι και στόχος της διοίκησης.
Λάθη λοιπόν προφανώς έγιναν, αλλά το να χαρακτηρίσεις αποτυχημένο
έναν προπονητή που προσέθεσε στην τροπαιοθήκη του συλλόγου 1 Champions League, 2 πρωταθλήματα
Ισπανίας, 1 Παγκόσμιο Συλλόγων, 1 ευρωπαϊκό και 1 ισπανικό Super Cup, καθώς και 2 (ίσως
και 3) κύπελλα Ισπανίας, είναι μάλλον ατυχές.
Ωστόσο ο Luis Enrique θα
μείνει στην ιστορία ως ένας επιτυχημένος προπονητής για τη Barcelona όχι λόγω των τίτλων, ούτε γιατί ήταν τακτικά ιδιοφυής (που δεν
ήταν), ούτε γιατί ανέδειξε πολλούς νέους παίκτες (που δεν ανέδειξε), αλλά γιατί
προσέφερε αυτοπεποίθηση και αισιοδοξία σε έναν σύλλογο, που είχε πέσει σχεδόν σύσσωμος
σε κατάθλιψη μετά τον τραγικό χαμό του Tito Vilanova και των όσων έξω-αγωνιστικών περιπετειών ακολούθησαν. Και αυτό,
ελάχιστοι θα μπορούσαν να το επιτύχουν.
Αποχωρεί με την συνείδηση του ήσυχη πως έκανε ό,τι περνούσε από το
χέρι του για να βοηθήσει την ομάδα και δικαιούται να αδιαφορεί για το αν
υπάρχουν κάποιοι που διαφωνούν. Εξάλλου όπως ο ίδιος δήλωσε, δεν λέει αντίο
αλλά εις το επανιδείν, καθώς από τον Σεπτέμβρη θα βρίσκεται στις κερκίδες του Camp Nou, σαν απλό μέλος
του συλλόγου.
Κέρδισε σαν ποδοσφαιριστής της Barcelona 7 τίτλους σε οκτώ χρόνια
και ακόμη 8 τίτλους (ίσως και 9, με τον τελικό να εκκρεμεί) στα τρία χρόνια που
διετέλεσε προπονητής της, ενώ θήτευσε ακόμη μια τριετία στην Β ομάδα, την οποία
ανέβασε στην 2η κατηγορία του ισπανικού πρωταθλήματος. Όπως ο ίδιος δήλωσε στη συνέντευξη Τύπου μετά
τον προχθεσινό, τελευταίο αγώνα πρωταθλήματος:
«Ήρθα για να γίνω ηγέτης και
τα κατάφερα, ήρθα για να κερδίσω τίτλους και το έκανα χάρη στους παίκτες μου. Ο
Pep έλεγε πάντα ότι χωρίς αυτούς τους παίκτες, δε
γίνεται να καταφέρεις τίποτα. Συγκεντρώθηκα στον δικό μας τρόπο παιχνιδιού και
φεύγω τη στιγμή που θέλω, οπότε είμαι ικανοποιημένος. Θα μπορούσα να τα έχω
καταφέρει και πολύ καλύτερα, αλλά θα μπορούσα και πολύ χειρότερα. Το έκανα με
τον τρόπο μου, με το δικό μου στυλ και γι’ αυτό δεν έχω ενδοιασμούς. Ήταν μια
υπέροχη δεκαετία για την ομάδα και ο σύλλογος θα επιδιώξει να συνεχίσει στον
ίδιο δρόμο. Φέτος δεν ήμασταν συνεπής, ειδικά στο ξεκίνημα της σεζόν, κάτι που
τελικά πληρώσαμε. Παρόλα αυτά οφείλω να συγχαρώ τους παίκτες μου γιατί σε
κανένα σημείο δεν τα παράτησαν και αυτό το είδατε όλοι στη διάρκεια της σεζόν.
Ανατρέψαμε πολλά αποτελέσματα. Είμαι ευγνώμων και προνομιούχος που είχα τη
δυνατότητα να αγωνιστώ αλλά και να προπονήσω τη Barcelona. Δεν ήταν καθόλου
εύκολο, αλλά η αποτίμηση μου είναι θετική.»
Παθιασμένος, εργατικός, πραγματιστής, ξεροκέφαλος, εγωιστής, καλός
ή λιγότερο καλός προπονητής, το σίγουρο είναι ότι ο Luis Enrique σεβάστηκε τον σύλλογο και τον υπηρέτησε με όλες του τις δυνάμεις.
Παρέλαβε μια ομάδα σε άθλια ψυχολογική κατάσταση και συσπείρωσε σε μια περίοδο
που ελάχιστοι θα είχαν την ικανότητα ή και την προσωπικότητα να τα καταφέρουν.
Είναι αλήθεια ότι θα μπορούσε να τα καταφέρει καλύτερα, η ομάδα έχει πολλά και
σημαντικά αγωνιστικά ζητήματα, αλλά θα ήταν και παράλογο να ειπωθεί ότι
απέτυχε. Το αισθητήριο του κόσμου που τον αποθέωσε στην τελευταία του παρουσία
στο Camp Nou, σπάνια λαθεύει. Και
η θέση του στις κερκίδες από τον Σεπτέμβρη, τον περιμένει.
Gracias
Lucho.