09 Μαρτίου 2012

Τα κουρέλια τραγουδούν ακόμη


Γράφουμε, διαβάζουμε, ακούμε για μεγάλες ομάδες, τελικούς, συμβόλαια. Ο πραγματικός αθλητισμός όμως τελικά είναι πολύ μακριά από όλα αυτά.

Η ερασιτεχνική μου ενασχόληση με το μπάσκετ τα τελευταία περίπου 20 χρόνια, δεν μου έχει αφήσει κανένα περιθώριο αμφισβήτησης σε σχέση με την  παραπάνω διαπίστωση, ωστόσο η εμπειρία που έζησα το περασμένο Σάββατο (στις 3 Μαρτίου του 2012) με ώθησε να πιάσω την ψηφιακή μου πένα και να γράψω τις γραμμές που θα διαβάσετε παρακάτω. Στριμωγμένες σκέψεις σχεδόν μιας ζωής, ήρθε η ώρα να αποτυπωθούν και στην διαδικτυακή αυτή γωνιά.

Στο κλειστό της Πτολεμαϊδας λοιπόν θα αγωνιζόταν στα πλαίσια της Β’ κατηγορίας της ΕΚΑΣΔΥΜ ('Ενωση καλαθοσφαιρικών σωματείων Δυτικής Μακεδονίας) ο τοπικός Αρίωνας με την Νεάπολη Κοζάνης, την ομάδα της κωμόπολης στην οποία μεγάλωσα, της ομάδας την φανέλα της οποίας ίδρωσα επίσης για πολλά χρόνια και μέσα από την οποία γνώρισα μερικούς από τους καλύτερους φίλους μου.  Έχοντας κρεμάσει τα παπούτσια μου από την περασμένη αγωνιστική περίοδο (αγωνιζόμενος με την φανέλα του Αίαντα Αμυνταίου), βρέθηκα στο γήπεδο μία ώρα πριν το αγώνα, για να παρακολουθήσω  την μεγάλη μου αγάπη.  

Είναι αλήθεια ότι περίμενα να συναντήσω γνωστές φυσιογνωμίες, αλλά απουσιάζοντας από την καθημερινότητα της Νεάπολης για σχεδόν 14 χρόνια, περίμενα πως θα δω και πρόσωπα που δεν θα γνώριζα. Φεύ. Έξι άτομα όλα κι όλα, όλοι γνωστοί μου από τα παλιά. «Πού είναι οι υπόλοιποι;» ρωτάω. «Αυτοί είμαστε όλοι ρε φίλε» μου απαντούν. Μάλιστα.. Έξι άνθρωποι, μόνον ένας κάτω από τα 30, όλοι με τις δουλειές τους, κάποιοι παντρεμένοι με παιδιά, έκαναν 70 χιλιόμετρα (με τα δικά τους αυτοκίνητα φυσικά) για να παίξουν έναν αγώνα μπάσκετ, απέναντι στον Αρίωνα Πτολεμαϊδας που -αν μη τι άλλο- είχε μια υπερπλήρη αποστολή με 12 παιδιά (οι περισσότεροι γύρω στα 20).

Μου ζητάνε να με δηλώσουν στο φύλλο αγώνα για να βρεθώ στον πάγκο. «Ένας θα κάθεται στον πάγκο, να του κάνεις παρέα» μου λένε τα παιδιά μεταξύ σοβαρού και αστείου. Αρνούμαι πεισματικά., «Όχι παιδιά, ήρθα για να σας δω…» είναι η αστεία δικαιολογία μου. Δεν αποκαλύπτω σε κανέναν ότι ο πραγματικός λόγος που δεν επιθυμώ να βρεθώ στον πάγκο, είναι ότι θα κάθομαι σε αναμμένα κάρβουνα. Το μαθαίνουν και αυτοί τώρα, διαβάζοντας αυτές τις γραμμές.. Έχω πιάσει ήδη την μυρωδιά του ιδρώτα, του ξύλινου παρκέ, της μπάλας και η καρδιά μου πάει να σπάσει. Θέλω να τους βοηθήσω αλλά για πρώτη φορά στη ζωή μου, νιώθω ανίκανος να το κάνω.

Οι έξι πρωταγωνιστές
Λίγο πριν το jumpball, ο Λουκάς (παίκτης της ομάδας και συμμαθητής μου από το Δημοτικό ακόμη) μου κάνει νόημα «Να σε δηλώσω;» Μα τι στο διάολο κάνω στις κερκίδες; Σηκώνομαι αμέσως και κατευθύνομαι προς τον πάγκο.  Πριν αρχίσει ο αγώνας τους λέω δύο κουβέντες, έχοντας αντιμετωπίσει την προηγούμενη χρονιά (με την φανέλα του Αίαντα) τον Αρίωνα, νομίζω ότι μπορώ να τους πω δυο πράγματα. «Είμαστε μεγάλοι, είμαστε αργοί, αν μας τρέξουν θα μας διαλύσουν.. Κλειστή άμυνα ζώνης, κλείνουμε διαδρόμους και ας σουτάρουν απ’ έξω. Όχι προσωπική άμυνα. Έξι παίκτες μόνο, στο τέλος θα βγούμε όλοι με 5 φάουλ. Αν είναι να χάσουμε, ας χάσουμε έτσι, ας τους κάνουμε τη ζωή δύσκολη...»

Ο αγώνας ξεκινάει. Το κόλπο φαίνεται να πιάνει. Το ημίχρονο κλείνει με τον Αρίωνα να προηγείται μόνο με 8 πόντους. Τα παιδιά της Νεάπολης είναι αργά, είναι αγύμναστα, βλέπω τον Λουκά -που κάποτε κάρφωνε για πλάκα και ήταν ταχύτατος- να αγκομαχά. Ο Λουκάς πλέον δεν έχει μόνο το μπάσκετ. Έχει και μια δουλειά για την οποία τρέχει νυχθημερόν, έχει επίσης και οικογένεια. Δεν είναι φυσικά ο μόνος.. Ωστόσο κάνουν όλοι τους κατάθεση ψυχής.

Το δεύτερο ημίχρονο ξεκινάει, ο Βασιλάκης, ο έκτος παίκτης, περνάει ως αλλαγή και παθαίνει διάστρεμμα! Μένουν μόνο 5. Η μοίρα του αγώνα είναι προδιαγεγραμμένη. Τελειώνει τελικά με σκορ κάπου στο 80-40. Δεν έχει καμία σημασία. Με την λήξη, ο πρώτος διαιτητής συγχαίρει την ομάδα για την προσπάθεια, το ίδιο πράττει και ο αντίπαλος προπονητής (που στο τέλος, προς τιμή του, δεν κυνηγάει μια ακόμα μεγαλύτερη διαφορά στο σκορ.)

Αφού τους χαιρετώ όλους, αποχωρώ από το γήπεδο. Λίγο πριν την έξοδο, με σταματούν τρεις κύριοι και με ρωτούν πόσο πληθυσμό έχει η Νεάπολη, γιατί δεν υπάρχουν νέα παιδιά στην ομάδα, αν η Νεάπολη έχει Γυμνάσιο και Λύκειο (η απάντηση είναι ότι έχει..)

Οι ήρωες όμως της βραδιάς είναι ο Σάκης, ο Λουκάς, ο Χρήστος, ο Δημήτρης, ο Νίκος και ο Βασίλης. Έξι άνθρωποι που θυσίασαν ίσως την μοναδική μέρα της εβδομάδας στην οποία μπορούν να ξεκουραστούν, για να κάνουν την τρέλα τους και να τιμήσουν ένα άθλημα τόσο αγαπημένο αλλά και τόσο αδικημένο στη Νεάπολη, δηλαδή το μπάσκετ.

Στην ίδια κωμόπολη, κάποτε το ταλέντο ξεχείλιζε, η ομάδα πρωταγωνιστούσε (στο μέτρο του λογικού) στην Δυτική Μακεδονία, παρόλο που δεν υπήρχε κλειστό γήπεδο, παρόλο που για να αγωνιστεί εντός έδρας ταξίδευε περίπου 30 χιλιόμετρα (για να παίξει στη Σιάτιστα), παρόλο που η τοπική κοινωνία δεν τη στήριξε ποτέ όπως πραγματικά της άξιζε. Όποιος ισχυριστεί το αντίθετο, τον κατηγορώ εκ προοιμίου ως ψεύτη και ας μου κάνει μήνυση..

Την απάντηση σε όσα με ρώτησαν οι τρεις άνθρωποι, αφήνω να την δώσουν όσοι ασχολούνται σήμερα με τα του Δημόσιου Βίου στη Νεάπολη. Αυτοί ξέρουν καλύτερα γιατί τα νέα παιδιά δεν ασχολούνται με τον αθλητισμό και έχουν βιδωθεί μπροστά σε έναν υπολογιστή, αυτοί ξέρουν ποιες επιθυμούν να είναι οι προτεραιότητες σε μια ομολογουμένως μικρή τοπική κοινωνία, μικρογραφία όμως της ευρύτερης.

Το σίγουρο είναι πάντως ότι τα κουρέλια στη Νεάπολη τραγουδούν ακόμη. Και θα συνεχίσουν να το κάνουν όσο αντέχουν τα πόδια τους. Τώρα, αν αυτό το τραγούδι τους δεν συγκινεί κανέναν, αυτό είναι μια άλλη υπόθεση, που θα έπρεπε πάντως να προβληματίσει όσους σήμερα κωφεύουν.