Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2012

Ρεάλ Μαδρίτης ή Raul Μαδρίτης;


Το φίλημα της βέρας, τα ρεκόρ? Από πού να ξεκινήσει κανείς και τι είδους εισαγωγή να κάνει, όταν πρόκειται να μιλήσει για το “ιερό τοτέμ” της Ρεάλ Μαδρίτης, τον Raul Gonzalez Blanco. 

Θα προσπαθήσω να ξεκινήσω λοιπόν με τα βασικά. Ο άνθρωπος που υπογράφει αυτό το άρθρο, έχει πληγωθεί αρκετές φορές από γκολ του σημερινού “φιλοξενούμενου” των balacticos (καθότι τυγχάνω δηλωμένος υποστηρικτής του αντίπαλου δέους, δηλαδή της Μπάρσα). Κάποιοι θα βιαστούν να πουν ότι δεν έχει καμία δουλειά να μιλάει για τον Raul, ένας cule. Θα τους απαντήσω λοιπόν, ότι η άποψη ενός αντιπάλου, ίσως έχει μεγαλύτερη αξία από ευχολόγια και διθυράμβους που προέρχονται εκ των έσω. Πιο απλά: Πάταξον μεν, Άκουσον δε. 
   
Ποιος είναι λοιπόν ο Raul. Με λίγα λόγια: πρόκειται για τον 1ο σκόρερ όλων των εποχών στο Champions League, τον 1ο σκόρερ όλων των εποχών της Ρεάλ Μαδρίτης, ενώ είναι ταυτόχρονα ο παίκτης της που έχει φορέσει την λευκή φανέλα περισσότερες φορές από οποιονδήποτε άλλο.(741 αγώνες) Αρκούν αυτά για εισαγωγή? Νομίζω ότι αρκούν.

Η ιστορία του Raul είναι γεμάτη από ρεκόρ αλλά και μεγάλες αντιφάσεις οι οποίες φυσικά και δεν μειώνουν την αξία του, αλλά έχουν πραγματικά το δικό τους ενδιαφέρον. Σημαία της Ρεάλ Μαδρίτης για σχεδόν δύο δεκαετίες, αλλά προερχόμενος από οικογένεια που υποστήριζε φανατικά την Atletico, προϊόν των ακαδημιών της Atleti άλλωστε υπήρξε και ο ίδιος! Αρχισκόρερ μιας ομάδας στην οποία έπαιξαν κάποιοι από τους μεγαλύτερους γκολτζήδες όλων των εποχών, αλλά μόλις δύο φορές 1ος σκόρερ του ισπανικού πρωταθλήματος (σε ένα διάστημα 16 χρόνων).

Δεύτερος σκόρερ όλων των εποχών στα clasicos (στα ντέρμπι με την Μπάρσα δηλαδή) αλλά μόνο με 15 γκολ, την ώρα που ο Messi μετράει ήδη 13 σε πολύ μικρότερο χρονικό διάστημα. Σημαία για πολλά χρόνια και της εθνικής Ισπανίας, η οποία όμως μετά την αποχώρηση του έφτασε στην κατάκτηση του πρωταθλήματος Ευρώπης (2008) και κόσμου (2010).


Ο Raul γεννήθηκε τον Ιούνιο του 1977 στην Μαδρίτη. Μεγάλωσε σε ένα μοντέρνο προάστιο της ισπανικής πρωτεύουσας, παιδί όχι πλούσιας οικογένειας. Στα 13 του χρόνια, (ελέω του πατέρα του) εντάχθηκε στις ακαδημίες της Atletico, όπου το ταλέντο του ξεχώρισε, τα οικονομικά προβλήματα της ομάδας όμως, οδήγησαν το 1992 τον πρόεδρο των rojiblancos Jesus Hill, στην απόφαση του κλεισίματος των ακαδημιών και κάπως έτσι ο Raul βρέθηκε στην λαμπερή Ρεάλ.

Έκανε ντεμπούτο με την πρώτη ομάδα στις 29 Οκτωβρίου 1994, στην ηλικία των 17 και δεν ξανακοίταξε ποτέ πίσω. Μόλις στην 2η εμφάνιση του σκόραρε ένα γκολ, έδωσε μια ασίστ και κέρδισε ένα πέναλτι, στην νίκη της Ρεάλ επί της Atletico. Η Μαδρίτη είχε βρει τον νέο της ήρωα. Μέσα στα επόμενα 5 χρόνια (1994-99), ο El Siete (ένα από τα προσωνύμια του, που σημαίνει “νούμερο 7” και αναφέρεται στον αριθμό της φανέλας του) πρόλαβε να κατακτήσει με την Μαδρίτη πρωτάθλημα Ισπανίας, Champions League και αναδείχτηκε 1ος σκόρερ του πρωταθλήματος. Ήταν μόλις 22 χρονών.

Χωρίς να είναι ιδιαίτερα γρήγορος, χωρίς σπουδαία ντρίπλα, με φαρμακερό αριστερό πόδι όμως, εκπληκτική αίσθηση του γκολ, τρομερή διορατικότητα  και ικανότητα να παίζει και λίγο πίσω από τον επιθετικό, ο Raul έκανε θραύση και έγινε εφιάλτης για τους αντίπαλους τερματοφύλακες. Το φίλημα της βέρας του, πανηγυρισμός που συνόδευε σχεδόν όλα τα γκολ του, έγινε σήμα κατατεθέν και προϊόν αντιγραφής, από πολλούς επιθετικούς.  

Όλα έδειχναν ιδανικά, δεν ήταν όμως ακριβώς έτσι. Η άφιξη των Figo (2000) Zidane (2001) Ronaldo (2002) και Beckam (2003) δεν στέρησαν μόνο λάμψη από τον ίδιο, αλλά τον υποχρέωσαν, σε μια περίοδο μάλιστα που παρέλαβε και το περιβραχιόνιο του αρχηγού, να προσαρμοστεί σε θέση στο γήπεδο και ρόλους που δεν γνώριζε. Παρόλα αυτά, δεν το έβαλε κάτω, δεν διαμαρτυρήθηκε, δεν λύγισε από τις μουρμούρες των, πάντα απαιτητικών, οπαδών της Μαδρίτης και αντίθετα, συνέχισε να δίνει λύσεις, όταν οι λαμπεροί συμπαίκτες του αποδεικνύονταν κατώτεροι των περιστάσεων. 

Το ήθος και η παιδεία του δεν αμφισβητήθηκαν ποτέ και από κανέναν. Ακόμα και οι αιώνιοι εχθροί της Μαδρίτης, οι φίλοι της Μπάρσα, σεβόταν και εκτιμούσαν τον μεγάλο τους αντίπαλο (κάτι που είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω και ιδίοις όμμασι)  Όλα έδειχναν ότι θα τελείωνε την καριέρα του στην Ρεάλ Μαδρίτης. Αυτό του άξιζε άλλωστε. Αυτό αξίζει σε όλους τους (ελάχιστους) παίκτες που καταφέρνουν να συνδυάσουν το εξαιρετικό ταλέντο τους, με την μακροχρόνια παρουσία τους και την κατάκτηση τίτλων σε βάθος χρόνου, φορώντας την φανέλα μόνο μίας ομάδας.

Όσοι όμως υπολόγιζαν σε κάτι τέτοιο, λογάριαζαν μάλλον χωρίς τον ξενοδόχο, τον ρόλο του οποίου στην περίπτωση αυτή, έπαιξε ένας Πορτογάλος: Ο Jose Mourinho. Η άφιξη του αμφιλεγόμενου σταρ προπονητή στην Μαδρίτη, αποτέλεσε το κύκνειο άσμα του Raul στην ομάδα με την οποία αγωνίστηκε επί 16 συναπτά έτη. Ο Mourinho του πρότεινε να αναλάβει θέση στο τεχνικό επιτελείο της ομάδας, θεωρώντας τον ουσιαστικά τελειωμένο ως παίκτη, ωστόσο εκείνος (στα 33 του χρόνια) είχε αντίθετη άποψη και κάπως έτσι η σημαία, με άκρως προσβλητικό τρόπο, κατέβηκε από τον ιστό.
Η τελετή που οργάνωσε η Μαδρίτη για να αποχαιρετήσει τον αρχηγό της, θύμιζε περισσότερο κακόγουστη φάρσα και μόνο η αξιοπρέπεια του ίδιου, που δήλωσε ότι θα επέστρεφε μελλοντικά (από άλλο πόστο) στην αγαπημένη του ομάδα, έσωσε τα προσχήματα. Η διοίκηση δε των Μαδριλένων, στενοχωρήθηκε τόσο από την αποχώρηση του αρχηγού, που είχε δώσει ήδη εντολή στην adidas (χορηγό ένδυσης των Μαδριλένων), πριν καν τελειώσει η υπόθεση, να τυπώσει 100.000 φανέλες με το νούμερο 7 και το όνομα του… Cristiano Ronaldo στο πίσω μέρος.

Φυσικά ο Raul δεν έμεινε χωρίς ομάδα, καθώς υπέγραψε στην γερμανική Shalke (με την οποία αγωνίζεται ακόμη εν έτη 2012) με την οποία έφτασε μάλιστα την ίδια χρονιά (2010-11) στα ημιτελικά του Champions League. Τραγική ειρωνεία: στα μέσα εκείνης της  αγωνιστικής περιόδου, η Μαδρίτη ξέμεινε από επιθετικούς και δανείστηκε τον Τογκολέζο επιθετικό Emmanuel Adebayor..

Άδοξο τέλος λοιπόν σε μία σχέση ζωής? Μάλλον ναι, ωστόσο κανένας και τίποτα δεν μπορεί να στερήσει από τον Raul Gonzalez Blanco, τον τίτλο ενός εκ των σημαντικότερων παικτών – σκόρερ – αρχηγών, στην ιστορία του σύγχρονου ποδοσφαίρου. Η μόνη που δεν μπορεί να νοιώθει περήφανη, είναι η διοίκηση της ομάδας που υπηρέτησε ο σημερινός μας πρωταγωνιστής. Η συμπεριφορά της, υπήρξε ανακόλουθη του μεγέθους της Ρεάλ Μαδρίτης, όχι όμως όπως αποδεικνύεται και του μεγέθους των ανθρώπων που τα τελευταία χρόνια κρατούν τα ηνία του συλλόγου της Καστίλλης στα χέρια τους.

Υ.Γ. Το άρθρο αυτό αφιερώνεται στον Στέφανο Οβαγιάν, που το ζήτησε και ο οποίος έζησε από κοντά για κάποια χρόνια τις παραστάσεις του Raul και τυγχάνει μεγάλος θαυμαστής του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου